αιμοφτύνω

αιμοφτύνω
1. κάνω αιμόπτυση
2. μοχθώ νύχτα-μέρα για να κατορθώσω κάτι, «φτύνω αίμα».

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”